γαλεάγρα

γᾰλεάγρα, ,
A weasel-trap or weasel-cage, Hyp.Fr.34,239: metaph.,

πλοῖον ἀνεῳγμένη γ. Secund.Sent.17

: generally, cage for beasts, LXX Ez.19.9, cf. Hierocl.p.59A.;

θηρίων Str.6.2.6

; used for prisoners, Plu.Phoc.33, App.Pun.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλεάγρα — γαλεάγρᾱ , γαλεάγρα weasel trap fem nom/voc/acc dual γαλεάγρᾱ , γαλεάγρα weasel trap fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεάγρᾳ — γαλεάγρᾱͅ , γαλεάγρα weasel trap fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεάγρα — και γαλιάγρα, η (AM γαλεάγρα) μσν. νεοελλ. κοχλιωτό πιεστήριο για ελιές, κηρήθρες, σταφύλια, κ.λπ. αρχ. 1. παγίδα για άγρια ζώα 2. κλουβί για άγρια ζώα 3. κλουβί ή φυλακή για ανθρώπους. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλέη + άγρα* «καταδίωξη και σύλληψη ζώων,… …   Dictionary of Greek

  • γαλεάγρας — γαλεάγρᾱς , γαλεάγρα weasel trap fem acc pl γαλεάγρᾱς , γαλεάγρα weasel trap fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεάγραι — γαλεάγρᾱͅ , γαλεάγρα weasel trap fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεάγραν — γαλεάγρᾱν , γαλεάγρα weasel trap fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεάγραις — γαλεάγρα weasel trap fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAVEA Leonis — in qua is captus circumduci solet, indigitatur Ezechieli, c. 19. ubi, in allegoria Leaenae et leunculorum eius, h. e. Synagogae Israelis, ut exponit Hebraeam vocem Chaldaeus et filiorum Iosiae Regis, Ioachazi ac Ioachimi; contra leunculum illum,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ATTILIUS Regulus — Consul Roman. primô bellô Punicô, cum Carthaginenses saepe vicisset, horribilem etiam serpentem, ad fluv. Bagrada, necâsset, tandem per insidias captus, Romam mislus est, pro permutandis captivis, quam permutationem ipsemet disluasit, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γαλή — Οικισμός (170 κάτ.) της Λήμνου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μύρινας του νομού Λέσβου. * * * η (AM γαλῆ, Α και γαλέη) η γάτα αρχ. Ι. 1. ονομασία διαφόρων αιλουροειδών, αγριόγατα, νυφίτσα κ.λπ. 2. φρ. α) «γαλῇ χιτώνιον κροκωτόν» για πράγματα… …   Dictionary of Greek

  • γαλιάγρα — η βλ. γαλεάγρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.